|
ΟΙ ΧΑΜΕΝΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΓΥΡΟΣ
Ένα ενδιαφέρον άρθρο - ανάλυση των τελευταίων Δημοτικών εκλογών, δημοσιεύει σήμερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ. Το άρθρο είναι του Γ.Γ. του ΕΕΚ Τροτσκιστές ΣΑΒΒΑ
ΜΙΧΑΗΛ.
Ο δεύτερος γύρος των δημοτικών - νομαρχιακών εκλογών στις 20 Οκτωβρίου επιβεβαίωσε τις τάσεις που εκδηλώθηκαν ήδη μια εβδομάδα πρiν, στον πρώτο γύρο. Κι όμως φαίνεται το «μήνυμα» δεν έχει ακόμα παραληφθεί. Η «μηνυματολογία» καλά κρατεί στη παρακουλτούρα των τηλεπαραθύρων. Όλοι
για μήνυμα μιλούν και μήνυμα δεν παίρνουν - ή μάλλον διαλέγουν αυτό που τους βολεύει καλλίτερα, αποφεύγοντας τον μαντατοφόρο των κακών μαντάτων.
Γιατί το παράδοξο αυτών των εκλογών παραμένει: όλοι οι πρωταγωνιστές του αστικού πολιτικού παιχνιδιού δηλώνουν κατά κάποιο τρόπο νικητές κι όλοι τους, πάλι κατά κάποιο τρόπο, είναι χαμένοι. Η Δεξιά απέτυχε να συντρίψει το ΠΑΣΟΚ, όπως το είχε σίγουρο ελάχιστους μήνες πριν. Το κυβερνών
ΠΑΣΟΚ σαρώθηκε στην αγροτική ενδοχώρα και σε λαϊκά «κάστρα» του και βρέθηκε σταθερά δεύτερο σε πανελλαδική κλίμακα.Το ΚΚΕ έπαθε τη μεγαλύτερη εκλογική πανωλεθρία.
Τα αδιάψευστα αυτά γεγονότα μπαίνουν τεχνηέντως στην άκρη κι ο καθείς αρχίζει το βιολί του: η Δεξιά επιχαίρει με τα χρώματα του χάρτη, το ΠΑΣΟΚ με τη Φώφη του και την «αντοχή του», το ΚΚΕ με τη Κοκκινιά, τη σύμπηξη «αντινεοφιλελεύθερου μετώπου» με τον εαυτό του και τον Τσοβόλα (τον
ίδιο που άλλοτε έστησε στο σκαμνί) και την επιτυχή και μακροχρόνια σύμπραξή του με τη ΝΔ στη Καρδίτσα.
Αν μη τι άλλο, η απλή εκλογική αριθμητική, με ολίγη αλχημεία, μπορεί να ικανοποιήσει κάθε πικραμένο. Έλα, όμως, που η μελέτη των αποτελεσμάτων από μιαν άλλη, υλιστική σκοπιά, τη σκοπιά της πάλης των τάξεων, απαιτεί να πάει κανείς πέρα από τα στοιχειώδη μιας στατικής καταγραφής, στην
ίδια τη δυναμική των ζωντανών κοινωνικών δυνάμεων που μια στιγμή της σύγκρουσής τους αντανακλάστηκε στον παραμορφωτικό καθρέφτη των εκλογών.
Το ΕΕΚ, στην Ανακοίνωσή του την επαύριον του πρώτου γύρου, τόνισε, πρώτα απ’ όλα, την κρίση του όλου αστικού πολιτικού συστήματος, όπως αυτή καταγράφεται και στην εκλογική αναμέτρηση. Ορισμένοι στην Αριστερά, μαζί και στην εκτός των τειχών Αριστερά,
βλέπουν με σκεπτικισμό μια τέτοια επισήμανση και μάλιστα με τη βαρύτητα που της δίνουμε εμείς οι Τροτσκιστές. Προτιμούν να τονίζουν «το θρίαμβο του δικομματισμού», τη «μαυρίλα της κάλπης» που σημαδεύει «μια δεξιά μετατόπιση του όλου πολιτικού σκηνικού», μια «δεξιά στροφή» των
ίδιων των λαϊκών μαζών.
Τα διάφορα σχήματα λόγου, οι αναλογίες, οι μεταφορές (π.χ στροφή προς τα αριστερά ή τα δεξιά) έχουν χρησιμότητα, εντός ορίων πάντα. Ορισμένες φορές, ιδιαίτερα όταν η ιστορική κατάσταση αποκαλύπτει τα παράδοξά της και την ένταση των άλυτων αντιφάσεων, τα σχήματα αυτά χάνουν την
ευριστική τους αξία ή κι αποπροσανατολίζουν.
Ας πάρουμε τη περίπτωση των πρόσφατων εκλογών. Μπορούμε να μιλάμε για στροφή και μάλιστα αριστερά; Μόνον ανεύθυνοι ή ανόητοι μπορούν να μιλήσουν για κάποια «αριστερή στροφή»,
όταν η Δεξιά έχει το προβάδισμα πανελλαδικά, σαρώνει στη συμπρωτεύουσα και κερδίζει παραδοσιακές θέσεις στήριξης της Αριστεράς (Λέσβος, προλεταριακοί δήμοι του Λεκανοπεδίου, Θεσσαλία κλπ) ή κι όταν ένας ανθυποΛεπέν με τους Χρυσαυγίτες του σαν τον Καρατζαφέρη κερδίζει, πέρα και
ξέχωρα για ποιο λόγο, σχεδόν 14%
στον πρώτο γύρο.
«Δεξιά στροφή» λοιπόν; Από το 1989 τουλάχιστον μέχρι τώρα, ιδιαίτερα στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, η μόνιμη επωδός των περισσοτέρων (πλην ΕΕΚ κι ελαχίστων εξαιρέσεων) μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση είναι η πιστοποίηση άλλης μια «δεξιάς στροφής». Αν στρεφόμαστε
τόσες φορές πάντα δεξιά τώρα ή θα είχαμε κάνει πια μια πλήρη περιστροφή γύρω από τον εαυτό μας για να βρεθούμε πάλι στο ίδιο σημείο ή θα βρισκόμαστε, κάποια στιγμή ...αριστερά! Τα πράγματα, όμως, κάθε άλλο παρά γραμμικά κινούνται.
Ακόμα και αστοί αναλυτές, ακόμα και ιδεολόγοι και εφημερίδες
της Δεξιάς, παρατήρησαν ότι μετά από δύο χρόνια καθοδικής πορείας και φθοράς της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και μετά από δύο χρόνια αντιπολίτευσης
από τη ΝΔ, το σκηνικό ουσιαστικά δεν άλλαξε σε σχέση με την επαύριο των βουλευτικών εκλογών του 2000.
Και τότε πάλι μίλησαν για «συντριπτική επικράτηση του δικομματισμού» και «δεξιά στροφή». Το ΕΕΚ είχε τονίσει ότι το αποτέλεσμα του 2000 ήταν αναντίστοιχο προς τις επείγουσες ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος. Η κρίση του απαιτούσε -και απαιτεί τώρα ακόμα περισσότερο- «καθαρές
λύσεις» όπως θάλεγε κι ο Σημίτης. Απαιτούσε μ’ άλλα λόγια μια ισχυρή αστική κυβέρνηση, ικανή να κάνει τις τομές που ζητά ένα επιδεινούμενο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον στη χώρα, στην περιοχή στην Ευρώπη και διεθνώς. Αντί τούτου είχαμε τη διαίρεση του
εκλογικού σώματος σχεδόν «φίφτυ-φίφτυ» και την ανάδειξη μιας εκ γενετής αδύναμης κυβέρνησης.
Η αδύναμη κυβέρνηση άρχισε να ταλαντεύεται πολύ σύντομα, δεχόμενη αδιάκοπα τα πυρά από δεξιά κι αριστερά: από δεξιά, δυο μόλις μήνες μετά την εκλογή της, με την σκοταδιστική αμφισβήτησή της από τις «λαοσυνάξεις» του Χριστόδουλου, κι από τα αριστερά, στον χρόνο πάνω, με τη
μεγαλειώδη Γενική Απεργία του Απριλίου 2001 ενάντια στο Ασφαλιστικό τερατούργημα. Τη στιγμή που απεξενώνονταν από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού των πόλεων, οι συγκρούσεις της κυβέρνησης και η πύρρεια νίκη της κατά των βαμβακοπαραγωγών, στην προσπάθεια επιβολής των εντολών των
Βρυξελλών, ολοκλήρωνε την αποξένωση του ΠΑΣΟΚ από την αγροτική ενδοχώρα, μια από τις κύριες ιστορικές πηγές του και λαϊκές του βάσεις.
Όλα αυτά τα στοιχεία εμφανίστηκαν και στις δημοτικές-νομαρχιακές εκλογές του 2002, μαζί κι ο εθνικιστικός καρατζαφερικός Χριστουδουλισμός των «λαοσυνάξεων». Θα περίμενε κανείς -και σίγουρα η Ρηγίλης το περίμενε- ότι το έδαφος που ολοφάνερα έχανε το κυβερνητικό Κόμμα θα
κερδίζονταν άνετα από τη Δεξιά που θα έκανε μια πορεία θριάμβου. Αυτός ο αναμενόμενος θρίαμβος
θα της επέτρεπε να επισπεύσει πρόωρες και νικηφόρες για τη ΝΔ εκλογές.
Κι όμως, παρόλες τις ευνοϊκές γι’ αυτήν συνθήκες, η ΝΔ έχασε το επιδιωκόμενο πολιτικό εφφέ, με το απίθανο φιάσκο στην Υπερνομαρχία Αθήνα - Πειραιά αλλά και συνολικά πετυχαίνοντας μέτρια κέρδη (30 νομαρχίες
από 27 το 1998). Το φιάσκο Τζανετάκου δεν ήταν απλώς ένα λάθος τακτικής, λάθος επιλογής προσώπου. Η τακτική της ΝΔ
ήταν αλληλένδετη με τη στρατηγική της. Επιχείρησε να διεμβολήσει την Κεντροαριστερά, αποβλέποντας παραπέρα να
γίνει αποδεκτή από τον κόσμο της Αριστεράς, ώστε να βρει κοινωνική συναίνεση όταν έρθουν τα δύσκολα, σε μια αυριανή κυβέρνησή της. Και την πάτησε πανηγυρικά. Όχι μόνο δεν κέρδισε
από τα αριστερά αλλά και προκάλεσε θύελλα από τα δεξιά. Όπου πάλι προωθήθηκε η Δεξιά δεν ήταν από κάποιο λαϊκό ενθουσιασμό στο Κόμμα του Κωστάκη και λαϊκή συσπείρωση στο καπιταλιστικό πρόγραμμά του. Δεν ήταν από την εσωτερική δυναμική της ΝΔ αλλά από την αδυναμία του αντιπάλου
της, του φθαρμένου ΠΑΣΟΚ.
Από την άλλη, η λεγόμενη "ανθεκτικότητα" του ΠΑΣΟΚ σε ορισμένους εργατικούς – λαϊκούς δήμους, με ή χωρίς τη στήριξη του ΣΥΝ και λοιπών αριστερών δημοκρατικών δυνάμεων, εκδηλώνει όχι κάποια ανύπαρκτη αγάπη και προσήλωση του λαού στους νεοφιλελεύθερους μεταλλαγμένους της
Χαριλάου Τρικούπη και του Μεγάρου Μαξίμου αλλά την υπαρκτή κι αξερίζωτη απέχθεια απέναντι στη Δεξιά και το φόβο για το ρεβανσισμό της. Υπάρχει ένα δημοκρατικό λαϊκό κεκτημένο από τη πτώση της χούντας κι εδώ που δεν εξαφανίζεται εύκολα. Εξάλλου, όπως το ΕΕΚ τόνισε από το καλοκαίρι,
αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα της
τρομολαγνείας και τρομοϋστερίας: με πρόσχημα την εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη» επιχειρείται ν’ ακυρωθεί αυτό το κεκτημένο θάβοντάς το μαζί με την Μεταπολίτευση. Η ανάγκη αλλαγής των σχέσεων Κράτους και κοινωνίας αποτελεί την οξύτερη εκδήλωση της κρίσης του μετά το 1974 πολιτικού
συστήματος της χώρας.
Εκδήλωση της ίδιας κρίσης είναι και τα αποτελέσματα των δημοτικών - νομαρχιακών εκλογών του Οκτωβρίου -χωρίς να αναδεικνύουν μια αναμφισβήτητη πολιτική δύναμη ικανή να δώσει τη λύση. Οι δύο μονομάχοι κερδίζουν ή αντέχουν όχι χάρη στη δική του δύναμη ο καθένας, αλλά λόγω της
αδυναμίας του άλλου. Τελικά, η συνολική εικόνα στην κίνησή της, ή στην σχετική ακινησία της, δεν είναι εικόνα κάποιας αποφασιστικής στροφής είτε αριστερά
είτε δεξιά, αλλά ενός αδιεξόδου. Για να χρησιμοποιήσουμε μια μεταφορά του Τρότσκι, το εκλογικό σώμα θυμίζει άρρωστο με πυρετό που στριφογυρίζει στο κρεβάτι χωρίς να βρίσκει ανακούφιση ούτε προς τα αριστερά ούτε προς τα δεξιά κι ούτε φυσικά σε ένα εικονικό «μεσαίο χώρο».
Αυτό το αδιέξοδο, το στριφογύρισμα δεν είναι αποκλειστικά ελληνική ιδιορρυθμία. Είναι ευρωπαϊκό και διεθνές φαινόμενο. Στη γειτονική Ιταλία, μετά τη διαλυτική κρίση του εκεί πολιτικού συστήματος, προέκυψε μια Κεντροαριστερή «Ελιά» που ήρθε στην εξουσία και χρεοκόπησε για να
ανοίξει το δρόμο στη Δεξιά του Μπερλουσκόνι, που δεν πρόλαβε να γιορτάσει τη «δεξιά στροφή» ματοκυλώντας τη Γένοβα και πυροδότησε ένα πρωτοφανές στα μεταπολεμικά χρόνια μαζικό κοινωνικό αριστερό κίνημα με Γενικές Απεργίες και διαδηλώσεις εκατομμυρίων εργατών. Αφού δημιουργήθηκε
η εντύπωση ότι η Δεξιά ξανάρχεται στην Ευρώπη μέσα από την πτώση της νεοφιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, η Σουηδία κι η Γερμανία έδειξαν ότι το κεντροαριστερό σενάριο δεν εξαφανίστηκε διαπαντός. Η Ευρώπη ταλαντεύεται ανάμεσα σε μια σκληρή Δεξιά και μια σοσιαλφιλελεύθερη
Κεντροαριστερά- ελλείψει μιας πειστικής ακόμα εναλλακτικής λύσης από τα αριστερά, ενώ την ίδια στιγμή δυναμώνουν οι τάσεις
για διέξοδο από τα άκρα, από την Άκρα Δεξιά αλλά κι από την Άκρα Αριστερά. Η Δεξιά ακόμα κι όταν διευρύνεται προς την Άκρα Δεξιά δεν μπορεί να κρατήσει την εξουσία (Αυστρία). Η Κεντροαριστερά ακόμα κι όταν προσπαθεί να ενσωματώσει «πληθυντικά» οργανώσεις και κινήματα της
ριζοσπαστικής Αριστεράς αποτυχαίνει επίσης. Την ίδια στιγμή, υπόγεια ρεύματα μέσα στις λαϊκές μάζες
αναζητούν διέξοδο από τα άκρα: η άνοδος της άκρας Δεξιάς
αλλά και της άκρας Αριστεράς στη Γαλλία (και όχι μόνον) το δείχνει. Μπορεί στην Ελλάδα, η ενθαρρυντική άνοδος των συνδυασμών της ριζοσπαστικής και επαναστατικής Αριστεράς να μην ήταν ακόμα τόσο θεαματική όπως εκείνη των τροτσκιστικών συνδυασμών στη Γαλλία κι από την άλλη μεριά
το σάπιο φρούτο Καρατζαφέρης να είναι κακέκτυπο του «ορίτζιναλ» Λεπέν, γεγονός, όμως είναι ότι ίδιες διεθνείς τάσεις διαθλούνται μέσα από εθνικές ιδιορρυθμίες.
Όταν μιλούμε για κρίση του πολιτικού συστήματος το κάνουμε στη βάση ενός κριτηρίου που αφήνει απ’ έξω η κοινή εκλογική αριθμητική: ποια είναι η αντιστοιχία του δοσμένου πολιτικού συστήματος στις απαιτήσεις και τις ανάγκες του όλου κοινωνικού συστήματος,
του όλου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Εάν το πολιτικό σκηνικό φαίνεται να μην αλλάζει θεαματικά δύο χρόνια μετά το μεσοβέζικο αποτέλεσμα των εκλογών του 2000, οι ανάγκες από την παγκόσμια κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και τις συνέπειές της στον ελληνικό
κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό έχουν γιγαντωθεί. Η αναντιστοιχία
πολιτικής μορφής και κοινωνικού περιεχομένου έχει γίνει τεράστια. Την επόμενη περίοδο, όποιος θα διαχειρίζεται την εξουσία και θα κάθεται στο σβέρκο του λαού, είτε είναι το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη είτε η ΝΔ του Καραμανλή θα κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. Η Ιταλία των εκατομμυρίων
διαδηλωτών κι απεργών, ή μάλλον η εξεγερμένη Αργεντινή δείχνουν το αύριο.
Φυσικά μαζί με την κρίση του πολιτικού συστήματος φάνηκαν στις πρόσφατες εκλογές κι οι δυο διάδοχες λύσεις της
που προσπαθούν να προωθήσουν διάφοροι κύκλοι της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών πατρώνων της.
Η μια τάση αναδεικνύει μια σκληρή Δεξιά αποφασισμένη να επιφέρει χωρίς καθυστέρηση αντιδραστικές τομές σε βάρος των κοινωνικών κεκτημένων των μαζών. Η πίεση από την ακροδεξιά θα κάνει ισχυρότερη και την προσπάθεια επανένταξής της. Η Ντόρα-Μπόρα του νεοφιλελευθερισμού εκφράζει
αυτή τη τάση και μαζί με το επιτελείο της θα προσπαθήσει να μετατρέψει την Αθήνα σε πολιτικό εργαστήριο της καπιταλιστικής αντίδρασης που θα δοκιμάσει σχέδια για ολόκληρη την Ελλάδα.
Από την άλλη μεριά, αναδύεται και η τάση για μια νέου τύπου Κεντροαριστερά που θα ξεπερνάει την παλιά σχέση ΠΑΣΟΚ «και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις» ή και την Κεντροαριστερά του Πανταγιά, της ΑΕΚΑ και της Δαμανάκη. Οι κινήσεις έχουν ξεκινήσει και δεν εξαντλούνται στον «προνομιακό
χώρο» του ΣΥΝ. Αφορούν και το ΚΚΕ που είναι στριμωγμένο στη γωνία απ’ όπου δεν μπορεί να βρει διέξοδο μόνο με Τσοβόλα, Χαραλαμπίδη και ΚΑΝ. Ακολουθεί με χρονική υστέρηση την τύχη των άλλων ΚΚ στην Ευρώπη μετά την οριστική κι αμετάκλητη ιστορική χρεοκοπία του Σταλινισμού το 1989-91. Τώρα
του μπαίνει το εκβιαστικό δίλημμα: είτε θα συρρικνωθεί σε σέχτα είτε θα ενσωματωθεί σε μιαν ανανεωμένη εκδοχή μετώπων ταξικής συνεργασίας, στο όνομα π.χ. του «αντινεοφιλελεύθερου μετώπου». Έτσι κι αλλιώς η άρνησή του να κάνει την παραμικρή αυτοκριτική για το παρελθόν, ακόμα και για
τη Τζανετακειάδα (που συνεχίστηκε ασμένως στη Θεσσαλία κι αλλού) δίνει το «μήνυμα» προς πολλούς αποδέκτες.
Όσον αφορά τον ΣΥΝ απέδειξε και σ’ αυτές τις εκλογές ότι έχει συνδέσει τη μοίρα του όχι απλώς με εκείνη του ΠΑΣΟΚ αλλά γενικότερα με τη συμμετοχή του στην «κεντρική σκηνή» του καπιταλισμού και της στήριξης κυβερνήσεών του. Η υποτιθέμενη αυτόνομη παρουσία του σε διάφορους
κεντρικούς δήμους και στην Υπερνομαρχία Αθήνας - Πειραιά στόχο έχει όχι απλώς την διάσωση προσχημάτων αλλά και την προσέλκυση δυνάμεων της ριζοσπαστικής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς για την ενσωμάτωσή τους στο σύστημα.
Σε κάθε περίπτωση το κλυδωνιζόμενο σύστημα αναζητεί προγεφυρώματα κι οχυρώσεις στα αριστερά του. Εδώ, την επόμενη περίοδο, παίρνει ιδιαίτερη σημασία κι ευθύνη ο δικός μας ρόλος, ο ρόλος του ΕΕΚ, του ΜΕΡΑ αλλά και του ευρύτατου, σκόρπιου χώρου της επαναστατικής Αριστεράς στην
Ελλάδα. Αποφεύγοντας την οππορτουνιστική προσαρμογή στις πιέσεις που θα κλιμακωθούν αλλά και τη σεχταριστική περιχαράκωση σε καθαρούτσικους κι ασφυκτικά στενούς χώρους, πρέπει ν’ ανοιχτούμε τολμηρά στα πιο πλατειά στρώματα που απελευθερώνει η κρίση των κυρίαρχων μηχανισμών και
της γραφειοκρατίας, να οργανώσουμε, να εκπαιδεύσουμε και να εκπαιδευτούμε μέσα στους λαϊκούς αγώνες, να ανοίξουμε το δρόμο στη μόνη διέξοδο: την κοινωνική επανάσταση, την εργατική εξουσία, τον πανανθρώπινο κομμουνισμό.
|